Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Η κατάρα τση Ρούγας.

«Γιάννη, γιατί έσκαψες τη Ρούγα;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Σπάει η πέτρα, το πλακάκι,
βγάνει μπουχό.
Να ’βρισκε ο κόσμος ησυχία,
απ’τον αχό!

Μες το λιοπύρι, μες στο δρόμο
λούμπες πολλές
Ξαπλώθη κόσμος και κοσμάκης,
ζημιές τρελές.

Γέροντας παίρνει το μπαστούνι
και περπατεί!
«Δεν θε να φτάσω», λέει ο Γέρος,
«γιατί, γιατί;»

«Γέρο, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Ως τα ΚΑΠΗ»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Τι σ’έχει βρει;»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Όλο σκοντάφτω κι όλο πέφτω,
γι' αυτό είμαι δω».

Πότε ξεκίνησα; Είναι ώρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».

«Πού WCδάκι, λιγάκι νάμπεις,
ν’αλαφρωθείς;».
Γυρίζει ο γέροντας για να κοιτάξει
και πέφτει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
χάλια η οδός,
Στον ίδιο τόπο ζει κι ο Γιάννης,
μα είναι «κουφός»...

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
πλημμύρα ευθύς!
Χτυπιέται ο κόσμος με τσι λάσπες,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έκαμες τη Ρούγα,
μήτε φρικιό,
που’χε ο κόσμος και περνούσε
τόσο καιρό;»

Η ρούγα μίλαε στην καρδιά μας
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τώρα έγινε μπουκούνια
απ’τους τροχούς.

Την έσκαψαν και τηνε κόψαν
πολλές φορές
μα όψη ωραία δεν της δώσαν
ποτές, ποτές.

Ωραία ήτανε ωστόσο,
ως τη χρονιά,
που την κατάντησες γελοία,
όλο ρουνιά!»

Ο Γέροντας πάει ακόμα,
παραπατεί,
βλέπει στο πλάι την «τσουλήθρα»
κι αναρριγεί.

"Η Γριά μου θα με περιμένει
κι έχει φαΐ...
Κι είχα κι ουζάκι... Τι ώρα νάναι
Πού’χω χαθεί;»

"Ξεκίνησα εφτά η ώρα
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε μεσημέρι
μεσοστρατίς".

Πάλι αυτοκίνητο σβιντάδο!
"Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, βοήθα με τη ρούγα,
που’ναι γκρεμός".

"Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Μα κιντυνεύω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Θυμάται κάποτε τη Ρούγα,
βογκάει βαριά.
Κοντά του τρέχει μηχανάκι,
πολύ κοντά.

Εκεί τριγύρω ούτε Τροχαία,
φωνή καμιά.
Στο τέλος έφτασε το βράδυ,
μες τις εννιά. -


Μ'όλο το σεβασμό στον Ζαχαρία Παπαντωνίου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: